προβατεία

ἡ, Α [προβατεύω]
1. η φύλαξη και η φροντίδα προβάτων
2. συνεκδ. ο βίος και το επάγγελμα τού ποιμένα («Αίγικορεῑς δὲ τοὺς ἐπὶ νομαῑς καὶ προβατείαις διατρίβοντας», Πλούτ.)
3. περιουσία σε πρόβατα ή ποίμνιο προβάτων, πρόβασις*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προβατεία — προβατείᾱ , προβάτειος of a sheep fem nom/voc/acc dual προβατείᾱ , προβάτειος of a sheep fem nom/voc sg (attic doric aeolic) προβατείᾱ , προβατεία keeping of sheep fem nom/voc/acc dual προβατείᾱ , προβατεία keeping of sheep fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβατείᾳ — προβατείᾱͅ , προβάτειος of a sheep fem dat sg (attic doric aeolic) προβατείᾱͅ , προβατεία keeping of sheep fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβάτεια — προβάτειον of a sheep neut nom/voc/acc pl προβάτειος of a sheep neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβατείας — προβατείᾱς , προβάτειος of a sheep fem acc pl προβατείᾱς , προβάτειος of a sheep fem gen sg (attic doric aeolic) προβατείᾱς , προβατεία keeping of sheep fem acc pl προβατείᾱς , προβατεία keeping of sheep fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβατείαν — προβατείᾱν , προβάτειος of a sheep fem acc sg (attic doric aeolic) προβατείᾱν , προβατεία keeping of sheep fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβατεῖαι — προβατεία keeping of sheep fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβατείαις — προβάτειος of a sheep fem dat pl προβατεία keeping of sheep fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.